.

.

.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Παναγία η Προυσιώτισσα: ιστορικό, θαύματα


Ψηλά, στις ελατόφυτες βουνοκορφές της νοτιοδυτικής Ευρυτανίας, και σφηνωμένη ανάμεσα σε κάθετους γκριζωπούς βράχους με άγρια μεγαλοπρέπεια, προβάλλει η ιερά μονή του Προυσού. Είναι σταυροπηγιακό και ιστορικό μοναστήρι, με μεγαλόπρεπα τριώροφα κτίρια. Ανάμεσα τους υπάρχει σπήλαιο λαξευμένο, που φιλοξενεί στο εσωτερικό του τον πρώτο και παλαιό ναό της μονής. Μέσα σ’ αυτόν φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που επονομάζεται Προυσιώτισσα.

Σύμφωνα με την παράδοση, η εικόνα αυτή ήταν
τοποθετημένη σ’ ένα ναό της Προύσας, στην Μικρά Ασσία. Στα χρόνια της εικονομαχίας (829 περίπου), την παρέλαβε κάποιος άρχοντας, που σκόπευε να τη μεταφέρει στην Ελλάδα, για ασφάλεια. Οταν όμως έφθασε στην Καλλίπολη, έχασε την εικόνα, η οποία κατευθύνθηκε θαυματουργικά στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η μονή του Προυσού. Το γεγονός σύντομα διαδόθηκε. Δεν άργησε να φθάσει και στ’ αυτιά του άρχοντα που την μετέφερε. Έτρεξε, την αναγνώρισε συγκινημένος, εκάρη εκεί μοναχός, και θεωρείται ο πρώτος κτίτωρ της μονής.

Το Τάμα του Γεωργίου Καραϊσκάκη.

Κατά την Επανάσταση του 1821, η Μονή της Παναγίας της Προυσσιώτισσας αποτέλεσε καταφύγιο για πολλούς αγωνιστές (Λάμπρο Κατσαντώνη, Γεώργιο Καραϊσκάκη, Μάρκο Μπότσαρη και άλλους). Μάλιστα ο στρατηγός Καραϊσκάκης αφιέρωσε στην Παναγία το ασημένιο κάλυμμα της εικόνας της, με τα τρία παράσημά του, τα ασημένια αστέρια, εις ένδειξη ευγνωμοσύνης. Συγκεκριμένα, ο ονομαστός στρατηγός που ταλαιπωρούνταν από θέρμη (ελονοσία), έταξε στην Παναγιά να του χαρίσει τη γιατρειά, ώστε να συνεχίσει τους ένδοξους αγώνες του για την απελευθέρωση του γένους, και θα την έντυνε με αργυρόχρυσο πουκάμισο. Πράγματι, γιατρεύτηκε με θαυματουργική επέμβαση της Παναγίας μας, κατά την παραμονή του στη Μονή.

Το Σκευοφυλάκιο της Μονής διαθέτει σήμερα το σπαθί και τα όπλα του Καραϊσκάκη. Επίσης κοντά στο Μοναστήρι σώζονται και οι Πύργοι με το όνομα του περίφημου στρατηγού.
Η αργυρόχρυση επένδυση λοιπόν – το πουκάμισο της Παναγίας – οφείλεται σε εκπλήρωση τάματος του γενναιότατου στρατηγού Καραϊσκάκη, ο οποίος όταν συχνά αρρώσταινε από την ασθένεια της θέρμης, πολλάκις φιλοξενούνταν στην Μονή Προυσού και νοσηλευόταν εκεί. Πράγματι μετά την θεραπεία, ευγνωμονώντας Την, εκπλήρωσε το τάμα του, στολίζοντάς Την με την θαυμάσια τεχνουργημένη επένδυση, έργο του χρυσοχόου καλλιτέχνη Γεωργίου Καρανίκα το 1824, όπως μας αποκαλύπτει η ανάγλυφη επιγραφή πάνω από τον δεξιό ώμο της Παναγίας:
” Η Παντάνασσα. Δι εξόδων του γενναιοτάτου στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη, χειρί Γεωργίου Καρανίκα, 1824 «.

Θαύματα της Προυσιώτισσας κατά την επιδημία του 18

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί επιλογή αποσπασμάτων από ένα πιο εκτεταμένο κείμενο που αναφέρεται σε θαύματα της Παναγίας και προέρχεται από το αρχείο του Γεωργίου κ. Πάστρα, το οποίο παρέδωσε η θυγατέρα του, κ. Αλεξάνδρα Πάστρα-Τρομάρα. Το κείμενο αυτό αναφαίρεται σε θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας κατά την διάρκεια της επιδημίας της γρίπης του 1918.

Οκτώβριος 1918. Το Αγρίνιο δεν απαριθμεί περισσοτέρους από 15.000 κατοίκους. Μία επάρατος νόσος, η γρίπη, έχει ενσκήψει και θερίζει, κυριολεκτικώς, την πόλη και την γύρω περιοχή της. Δεν υπάρχει οικογένεια που να μη θρηνή τα θύματά της. Φόβος συνέχει τους κατοίκους όλης της περιοχής – του νομού, αφού η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στο Μεσολόγγι και στο Αιτωλικό. Η επιστήμη φαίνεται ανίκανη να ανακόψη τη θανατερή πορεία της νόσου. Ο αριθμός των θανάτων μόνο μέσα στο Αγρίνιο φτάνει τον αριθμό των 40 έως 50 ημερησίως. Κανείς δεν συνοδεύει πια τους νεκρούς, οι οποίοι μεταφέρονται με δίτροχα κάρα από αχθοφόρους στο Κοιμητήρειο, όπου και θάπτονται. Οι κάτοικοι όχι μόνον δεν επιμελούνται τους νεκρούς τους, αλλά και τους αποφεύγουν από τον φόβο της μεταδόσεως της ασθένειας.
Όλοι αποκαμωμένοι ψυχικά λες και περιμένουν με σταυρωμένα χέρια το μοιραίο. Μα μέσα σ’ αυτήν την παραζάλη της απελπισίας, που συνέχει όλους, υπάρχουν και μερικοί γέροντες που θυμούνται. Η μνήμη τους ξαναγυρίζει 64 χρόνια πίσω, στο 1854. Θυμούνται ότι και τότε, μια άλλη επάρατος νόσος, η χολέρα, είχε ενσκήψει στην πόλη του Αγρινίου και είχε αποδεκατίσει τον πληθυσμό της. Και θυμούνται τότε το θαύμα της Παναγίας της Προυσιώτισσας.

Η «σανίς σωτηρίας” είχε βρεθή. Ήταν η πίστη στην προστασία της Παναγίας της Προυσιώτισσας. Στο θαύμα της Μεγαλόχαρης. Όταν οι γέροντες το είπαν, όλοι ζήτησαν να μεταφερθή η εικόνα της. Μα κανένας δεν αποφασίζει, δεν τολμάει να πάη στο Μοναστήρι, στον Προυσσό, για να μεταφέρη την παράκληση της πόλης στον Ηγούμενο. Ένας φόβος για την περίπτωση αυτή συνέχει όλους. Πιστεύουν ότι το θανατικό της γρίπης ήταν μια δοκιμασία εξαγνισμού που την έστειλε η Θεία Βουλή στον «παραστρατημένο” λαό. Γι’ αυτό και φοβούνται να πάνε στο Μοναστήρι, μήπως η Θεία «οργή” ξεσπάση στους απεσταλμένους.

Ολόκληρη κίνηση έγινε τότε για να συγκροτηθή μια αντιπροσωπευτική επιτροπή, που θα μετέβαινε στην Ναύπακτο, για να ζητήση από τον τότε Μητροπολίτη Αμβρόσιο την άδεια μεταφοράς της Εικόνας και εν συνεχεία θα ανέβαινε στο Μοναστήρι, για να συνοδεύση την θαυματουργό Προυσιώτισσα στην πόλη. Τελικώς έγινε μια τριμελής επιτροπή, αλλά εντός της ίδιας ημέρας τα μέλη της παραιτήθηκαν, για να γίνη άλλη την επομένη και να παρουσιασθή εμπρός στην ασκητική μορφή του Μητροπολίτου Ναυπάκτου Αμβροσίου, μεταφέροντας την παράκληση της πόλης. Με την ευλογία του Αμβροσίου και με το σχετικό έγγραφο της άδειας στα χέρια, η επιτροπή αφήνει την Μητρόπολη. Η άδεια έχει δοθή.

Ύστερα από μια κοπιώδη πορεία η επιτροπή-πρεσβεία, κατά το δειλινό της 22ας Οκτωβρίου, έφτανε στο Μοναστήρι, στον Προυσσό. Γονατιστοί μπροστά στην Θαυματουργό Εικόνα, οι τρεις πρεσβύτες ευχαριστούν που τους αξίωσε να φτάσουν ως εκεί και προσεύχονται. Σε λίγο το Μοναστήρι παρουσιάζει εικόνα συναγερμού ικεσίας. Οι Πατέρες μαζεμένοι όλοι στην εκκλησία, με τον Κωνσταντίνο Καθηγούμενο, αναπέμπουν Παράκληση στην Θεομήτορα, ενώ τα πρόσωπα των Αγρινιωτών, που εξακολουθούν να είναι γονατιστοί μπροστά στην Εικόνα, τα αυλακώνουν τα δάκρυα. Το άλλο πρωΐ γίνεται Δοξολογία και το βράδυ ολονύκτια Παράκληση. Η προετοιμασία για την μεταφορά της Εικόνας έχει αρχίσει.

Το πρωϊ της 24ης Οκτωβρίου 1918, μετά τον Όρθρο, σχηματίζεται η πομπή και η Ιερά Θεωρία ξεκινάει…
Εν τω μεταξύ στο Αγρίνιο έχουν ειδοποιηθή. Από την πόλη και τα γύρω. Χιλιάδες οι πιστοί. Μετά την Παράκληση στην Μητρόπολη, ξεκινάνε σε μια ολονύκτια πορεία μέσα στα βουνά. Τραβάνε όλοι με συντριβή και μετάνοια τόση που μεταρσιώνει προς τα Αραποκέφαλα, για να προϋπαντήσουν την Μεγαλόχαρη, την μόνη ελπίδα της σωτηρίας που τους απόμενε. Λιτανεία ψυχών είναι η πορεία τούτη με την ολονύκτια προσευχή. Το ίδιο πρωΐ οι χιλιάδες αυτές των πιστών συναντώνται με την θρησκευτική πομπή που φέρνει την Θαυματουργό Εικόνα πάνω σε μια από τις ψηλότερες κορφές των Αραποκέφαλων. Οι στιγμές αυτές, όπως τις περιγράφουν οι επιζώντες ακόμα γέροντες, είναι ασύλληπτες ως προς την κατάνυξη. Εκεί γίνεται η πρώτη μεγάλη Δέηση. Δέησις εις το όρος. Σε πέντε χιλιάδες υπολογίσθηκαν οι Χριστιανοί, που γονυπετείς γέμισαν τα γύρω φαράγγια και με δάκρυα μετανοίας πραγματικής παρακολούθησαν την Δέηση στην Παναγία. Και μετά από αυτήν ξαναρχίζει η πορεία.
Η Θεία Εικόνα ακολουθουμένη από τις χιλιάδες των ευλαβουμένων προχωρεί στα προάστεια του Αγρινίου. Η πομπή τώρα προχωρεί προς την πόλη και κατευθύνεται στο Ναό της Αγίας Τριάδος, όπου αναπέμπεται ευχαριστήρια Δέηση και ακολουθεί Μεγάλη Παράκληση για την απαλλαγή του δοκιμαζόμενου λαού από την μάστιγα της τρομερής αρρώστιας. Και μετά όταν μπήκε η Εικόνα της Θεομήτορος στο Ναό, επί ένα εικοσιτετράωρο συνεχώς, οι Ιερείς δεν σταμάτησαν να ψέλνουν ομαδικές Παρακλήσεις των πιστών, ενώ άλλοι μεταλάμβαναν των Αχράντων Μυστηρίων.

Μετά τις πρώτες ώρες από την άφιξη της Προυσιώτισσας στην πόλη, το κακό είχε σταματήσει. Οι άρρωστοι, και οι κατάκοιτοι ακόμα που δεν μπορούσαν να σηκωθούν από το κρεββάτι, τώρα κατά δεκάδες, τελείως υγιείς, έσπευδαν στην Αγία Τριάδα για να ευχαριστήσουν την Μεγαλόχαρη. Το θαύμα είχε συντελεσθή ομαδικά. Η ζωή στο Αγρίνιο ξανάρχιζε να παίρνη το ρυθμό της. Αλλά μόνον η πόλη του Αγρινίου είχε απαλλαγή από το κακό. Όλη η γύρω περιοχή, από όπου δεν πέρασε η προς το Αγρίνιο πορεία, το Αιτωλικό, το Μεσολόγγι, θερίζονταν ακόμα από την αρρώστια με ρυθμό συνεχώς αυξανόμενο. Το θανατικό ήταν τόσο που οι Ιερείς δεν προλάβαιναν ούτε καν μια ευχή να διαβάσουν στους νεκρούς.
Οι επιτροπές που φτάνουν από τα γειτονικά χωριά και από τις δύο πόλεις, το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό, αντιδρούν. Αλληλομάχονται για την προτεραιότητα της μεταφοράς της Εικόνας. Αλλά και οι Αγρινιώτες δεν εννοούν να επιτρέψουν να απομακρυνθή η Εικόνα της Παναγίας από την διασωθείσα πόλη, πριν προσκυνήση όλος ο λαός και πριν ψαλή η μεγάλη ευχαριστήρια Δοξολογία.

Την 1η Νοεμβρίου 1918, η Εικόνα φτάνει με τον σιδηρόδρομο στον σταθμό του Μεσολογγίου, όπου οι κάτοικοι αναμένουν από τη βαθειά νύκτα, παρά το γεγονός ότι έριχνε καταρρακτώδη βροχή. Το μέγα θαύμα συντελείται. Μάρτυρες παρίστανται όλοι οι κάτοικοι. Κατά το Μεσονύκτιο, ενώ όλοι προσεύχονταν, αρχίζει να πνέη σφοδρότατος άνεμος που ξερρίζωσε πολλές δεκάδες δένδρων της πόλης. Από το πρωϊ της 2ας Νοεμβρίου 1918 κανένας θάνατος δεν σημειώθηκε στο Μεσολόγγι. Οι κάτοικοι με πρωτοφανή ευλάβεια προσέρχονταν στην Αγία Εικόνα. Το ίδιο θαύμα συμβαίνει και στην πόλη του Αιτωλικού! Η Παρθένος έσωσε τα, παραστρατημένα έστω, παιδιά της!

Η τιμωρία του Γερμανού.

Πάντως, στο ιστορικό της μονής αναφέρεται πως επί τουρκοκρατίας αυτή καταστράφηκε πολλές φορές. η τελευταία όμως καταστροφή, που μετέβαλε τα κτίρια σε σωρούς ερειπίων, έγινε το 1944 από τους γερμανούς. Μετά την καταστροφή των κτισμάτων, ένας Γερμανός αξιωματικός θέλησε να κάψει και την εκκλησία. Προσπάθησε πολλές φορές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ενώ λοιπόν στεκόταν άπ’ έξω κι έδινε διαταγές, τιμωρήθηκε παραδειγματικά από το χέρι της Παναγίας. Μία αόρατη δύναμη τον έριξε με ορμή πάνω στο πλακόστρωτο. Το χτύπημα ήταν δυνατό, και ο γερμανός παρέμενε ανίκανος να σηκωθεί. Τον σήκωσαν οι στρατιώτες, τον έβαλαν πάνω σε ζώο για να τον μεταφέρουν στο Αγρίνιο. Έτσι ο ναός παρέμεινε αβλαβής, όπως διαφυλάχθηκε ακέραιος δια μέσου των αιώνων.

Η άγνωστη «καλόγρια”.

Πέρασαν τέσσερα χρόνια. ο συμμοριτοπόλεμος τώρα μαίνεται στην ελληνική ύπαιθρο. Οι κάτοικοι της Ευρυτανίας και της ορεινής Ναυπακτίας εγκαταλείπουν τα χωριά τους, και προσφευγουν για ασφάλεια σε άλλα μέρη της Ελλάδος. Μαζί τους προσφεύγει και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Ακολουθεί κι αυτή την τύχη των παιδιών της, και μεταφέρεται από τους μοναχούς του Προυσού, στην ακρόπολη της Ναυπάκτου. Το μοναστήρι παραμένει τελείως έρημο.

Ύστερα από καιρό, αρχίζουν οι επιχειρήσεις του στρατού. η ενάτη μεραρχία αναλαμβάνει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Ευρυτανία. Μερικά τμήματα περνούν από τον Προυσό. Ορισμένοι αξιωματικοί και στρατιώτες πλησιάζουν στη σκοτεινή εκκλησούλα της σπηλιάς, και μπαίνουν για να προσκυνήσουν.

Εκεί μέσα αντικρίζουν ένα παράδοξο θέαμα: Μπροστά στο τέμπλο, στ’ αριστερά της ωραίας πύλης, ένα αναμμένο καντήλι και μια καλόγρια γονατιστή. Οι στρατιώτες απορούν. Πώς ζει αυτή η μοναχή εδώ,τι στιγμή που η Ευρυτανία είναι τελείως έρημη από κατοίκους; Πώς συντηρείται, τί τρώει, που βρίσκει λάδι για το καντήλι; Την ερωτούν λοιπόν, κι εκείνη σεμνά και πονεμένα τους απαντά:
- Παιδιά μου, ζω εδώ μοναχή μου δυόμισι τώρα χρόνια. Για τη δική μου ζωή δεν χρειάζονται φαγητό και ψωμί. Μου αρκεί ότι έχω το καντήλι μου αναμμένο.
Οι στρατιώτες, κουρασμένοι από τις επιχειρήσεις και βιαστικοί να φύγουν, δεν έδωσαν προσοχή στα λόγια της. Την επομένη όμως, όταν τα έφεραν πάλι στη μνήμη τους, κατάλαβαν πως επρόκειτο για κάτι θαυμαστό. Κι όταν αργότερα περνούσαν από τη Ναύπακτο, ζήτησαν με επιμονή άδεια από τον διοικητή τους για να επισκεφθούν τον μητροπολίτη. Ο επίσκοπος Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Χριστοφόρος τους υποδέχθηκε με αγάπη, κι αφού τους άκουσε συγκινημένος, έριξε φως στο μυστήριο.
- ο ναός, τους είπε, που επισκεφθήκατε, ανήκει στην έρημη τώρα ιερά μονή Προυσιώτισσας, της οποίας η θαυματουργή εικόνα βρίσκεται πάνω από δύο χρόνια εδώ, στο παρεκκλήσι της μητροπόλεως μας, στον άγιο Διονύσιο. Πηγαίνετε να την προσκυνήσετε, και θα καταλάβετε…
Πήγαν πράγματι και προσκύνησαν. Τότε αυθόρμητα στον καθένα δόθηκε η εξήγηση στην απορία του: Στην εικόνα της Θεομήτορος αναγνώρισαν τη μοναχή εκείνη που συνάντησαν στο εκκλησάκι της σπηλιάς, ψηλά στον Προυσό!
Άλλες θαυματουργικές «επεμβάσεις» της Θεοτόκου.
Λόγω του δύσβατου της τοποθεσίας όπου και η Ιερά Μονή, συχνά προσκυνητές προσερχόμενη εκεί, ξέφυγαν από τον δρόμο, πέφτοντας στους τρομερούς γκρεμούς. Κι όμως. Κανείς ποτέ δεν έπαθε το παρά μικρό απ’ αυτούς. Έτσι, λεωφορίο του Κτέλ Αγρινίου, ανεβαίνοντας στην Μονή, ξέφυγε απ’ την πορεία του και έπεσε σε γκρεμό, λίγο πριν φθάσει στην Χάρη Της. Κι όμως, κανείς δεν έπαθε το παρά μικρό!
Τυφλοί, παράλυτοι, ωχλούμενοι από ακάθαρτα πνεύματα και άλλοι, βρίσκουν στην Προυσιώτισσα το άμισθο ιατρείο τους!
Η πάνδημη πανήγυρις της Θεοτόκου τελείται στις 23 Αυγούστου.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου