Δεδομένα της Eurostat που δημοσιεύτηκαν πριν λίγες μέρες αποκαλύπτουν μια σημαντική ανισορροπία στο ελληνικό σύστημα υγείας [Εικόνα 1].
Η Ελλάδα κινείται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς τις νοσοκομειακές κλίνες (οξεία νοσηλεία). Ωστόσο, καταλαμβάνει την τελευταία θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις κλίνες μακροχρόνιας φροντίδας.
Οι τελευταίες αφορούν κλίνες σε νοσηλευτικά και άλλα ιδρύματα μακροχρόνιας διαμονής, τα οποία παρέχουν στέγαση μαζί με νοσηλευτική, προσωπική και ιατρική φροντίδα σε ανθρώπους με χρόνια νοσήματα, αναπηρία ή μακροχρόνια εξάρτηση από τη βοήθεια τρίτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι οίκοι ευγηρίας.
Τι δείχνουν τα στοιχεία
Σύμφωνα με την Eurostat, για το 2024, ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 507 νοσοκομειακές κλίνες ανά 100.000 κατοίκους. Η Ελλάδα βρίσκεται λίγο χαμηλότερα, στις 423 κλίνες.
Στις κλίνες μακροχρόνιας φροντίδας όμως η εικόνα είναι σημαντικά διαφορετική: η Ελλάδα έχει μόλις 20 κλίνες ανά 100.000 κατοίκους. Πρόκειται για την τελευταία θέση στην ΕΕ. Για σύγκριση, η Ολλανδία έχει 1.390, η Σουηδία 1.298 και το Βέλγιο 1.249.
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η εξής αντίθεση: χώρες όπως η Σουηδία, η Ολλανδία και η Δανία διατηρούν πολύ λιγότερες νοσοκομειακές κλίνες (οξεία νοσηλεία) από την Ελλάδα, αλλά συγκαταλέγονται στις πρώτες χώρες της Ευρώπης σε κλίνες μακροχρόνιας φροντίδας. Δεν είναι τυχαίο. Είναι αποτέλεσμα συνειδητής πολιτικής επιλογής εδώ και χρόνια: λιγότερη παρατεταμένη νοσηλεία στα νοσοκομεία και μεγαλύτερη επένδυση σε δομές μακροχρόνιας και κοινοτικής φροντίδας.
Οι επιπτώσεις
Η ανισορροπία αυτή δεν είναι απλώς στατιστικού ή ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος. Η έλλειψη κλινών μακροχρόνιας φροντίδας έχει πραγματικές επιπτώσεις.
Ασθενείς που έχουν ολοκληρώσει την οξεία φάση της θεραπείας τους μένουν εγκλωβισμένοι σε περιβάλλον που δεν τους προσφέρει την κατάλληλη αποκατάσταση ή φροντίδα. Αυτό οδηγεί σε παρατεταμένη παραμονή στο νοσοκομείο χωρίς ανάγκη οξείας νοσηλείας.
Κατά κανόνα, μια νοσοκομειακή κλίνη είναι σημαντικά ακριβότερη από μια κλίνη μακροχρόνιας φροντίδας. Επομένως, προκύπτει υψηλότερο κόστος για το σύστημα.
Επιπλέον, αυτό συντελεί σε μπλοκάρισμα κλινών οξείας νοσηλείας και, συνεπώς, σε μεγαλύτερη πίεση στα Τμήματα Επειγόντων, καθυστερήσεις στις εισαγωγές και, τελικά, καθυστερήσεις στην παροχή της κατάλληλης θεραπείας στο ενδεδειγμένο περιβάλλον.
Επιπρόσθετα, η παρατεταμένη παραμονή στο νοσοκομείο σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο νοσοκομειακών λοιμώξεων, μυϊκής αποδυνάμωσης, πτώσεων και οργανικού ψυχοσυνδρόμου, ιδίως στους ηλικιωμένους.
Επίσης, η έλλειψη κλινών μακροχρόνιας φροντίδας συχνά έχει ως αποτέλεσμα οι οικογένειες να αναλαμβάνουν σχεδόν μόνες τους ένα εξαιρετικά απαιτητικό έργο, χωρίς επαρκή υποστήριξη.
Επιπλέον, η έλλειψη του απαραίτητου αριθμού κλινών μακροχρόνιας φροντίδας δυσχεραίνει την έγκαιρη αποκατάσταση μετά από σοβαρό πρόβλημα υγείας. Αυτό μπορεί να καθορίσει αν ο ασθενής θα επιστρέψει σε σχετική ανεξαρτησία ή θα παραμείνει εξαρτημένος. Συνεπώς, το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος πολλαπλασιάζεται.
Ο παράγοντας του δημογραφικού προβλήματος
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να εισαγάγω στη συζήτηση τον παράγοντα του δημογραφικού προβλήματος. Η Ελλάδα έχει έναν από τους πιο γερασμένους πληθυσμούς στην Ευρώπη. Η διάμεση ηλικία στη χώρα μας είναι περίπου 47 έτη, έναντι 45 στην ΕΕ. Περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού μας είναι άνω των 65 ετών. Σε αυτό το πλαίσιο, η έλλειψη επαρκών δομών μακροχρόνιας φροντίδας αποτελεί μια διαρθρωτική αδυναμία που θα γίνεται ολοένα και πιο αισθητή τα επόμενα χρόνια.
Μαθήματα από την Ευρώπη
Οι χώρες που επένδυσαν συστηματικά σε δομές μακροχρόνιας φροντίδας πέτυχαν ταυτόχρονα μικρότερη μέση διάρκεια νοσηλείας, καλύτερη ποιότητα ζωής για τους ασθενείς και καλύτερο έλεγχο του κόστους. Δεν είναι πολυτέλεια. Η ορθολογική οργάνωση του συστήματος υγείας είναι ανάγκη.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να καλύπτει το κενό κυρίως μέσω των νοσοκομείων και της παρατεταμένης παραμονής ασθενών σε κλίνες οξείας νοσηλείας.
Τέλος, ενώ η εξαιρετική παράδοσή μας είναι συμβατή με τη φροντίδα που παρέχει η οικογένεια, πολλές φορές αυτό δεν είναι επαρκές ή εφικτό. Και αναμένεται να επιδεινωθεί λόγω του δημογραφικού προβλήματος.
Η συζήτηση για το πρόβλημα της ανεπαρκούς μακροχρόνιας φροντίδας στη χώρα μας είναι επιτακτική και τα πρόσφατα δεδομένα της Eurostat μας το υπενθυμίζουν.
*Ο Λεωνίδας
Παλαιοδήμος είναι ελεύθερος επαγγελματίας, ιατρός-παθολόγος, αναπληρωτής
καθηγητής νοσοκομειακής ιατρικής.
Εικόνα 1. Δεδομένα της Eurostat σχετικά με τον αριθμό των νοσοκομειακών κλινών και των κλινών μακροχρόνιας φροντίδας στις χώρες της ΕΕ


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου