Πίσω από τα φρεσκοβαμμένα κάγκελα κάθε Σεπτέμβρη, κρύβεται ένας μηχανισμός εγκλωβισμένος στο παρελθόν, γεμάτος υποσχέσεις για μια νέα σχολική χρονιά εμπειριών και γνώσεων, ενώ μεταγενέστερα υπόσχεται ένα “εγγυημένο” λαμπρό μέλλον για εκείνους που κυνηγούν το κάτι παραπάνω.
Όμως, η αυλαία πέφτει νωρίς. Η αρχική αισιοδοξία δίνει γρήγορα τη θέση της στο άγχος, την εξάντληση και τη συνειδητοποίηση ότι το σχολείο δεν σε προετοιμάζει για το μέλλον, αλλά θυσιάζει τις φιλοδοξίες σου στον βωμό των εξετάσεων – εκεί όπου, ξαφνικά, η δωρεάν, κατά τα άλλα, παιδεία κοστίζει ακριβά.
Στην πράξη, η καθημερινότητα ενός μαθητή μετατρέπεται γρήγορα σε έναν ατελείωτο μαραθώνιο. Το σχολείο το πρωί είναι μόνο η αρχή. Ακολουθούν τα απογεύματα στα φροντιστήρια, τα ιδιαίτερα και οι ώρες διαβάσματος μέχρι αργά το βράδυ. Ο ελεύθερος χρόνος εξαφανίζεται, η πίεση μεγαλώνει και το άγχος γίνεται ο μόνιμος σύντροφος των παιδιών, που προσπαθούν απλώς να αντέξουν, μπροστά στο βάρος της επιτυχίας, καθώς αυτό έχουν μάθει πως πρέπει να ακολουθούν.
Και το πιο ειρωνικό; Όλη αυτή η τιτάνια προσπάθεια δεν γίνεται για να μάθουν τα παιδιά πώς να σκέφτονται, αλλά πώς να αποστηθίζουν. Το σύστημα επιβραβεύει την στείρα αποστήθιση. Μαθαίνεις σελίδες ολόκληρες απέξω, λέξη προς λέξη, μόνο και μόνο για να τις γράψεις σε ένα χαρτί και να τις ξεχάσεις την επόμενη μέρα. Η κριτική σκέψη, η περιέργεια και η δημιουργικότητα πετούν από το παράθυρο, γιατί πολύ απλά “δεν πέφτουν στις εξετάσεις”. Τελικά η δουλειά του μαθητή δεν είναι να “πλάθει” το μυαλό του με γνώσεις, αλλά να διευκολύνει τον διορθωτή του γραπτού του.
Έτσι φτάνεις στα δεκαοκτώ σου, με ένα απολυτήριο στο χέρι, έχοντας αφιερώσει τα πιο δημιουργικά σου χρόνια πάνω απο ένα γραπτό, χωρίς καμία καθοδήγηση έχοντας απλώς επιλέξει να σπουδάσεις κάτι το οποίο σου υπέδειξαν και όχι κάτι το οποίο θέλεις. Το σύστημα σου έμαθε πώς να περνάς εξετάσεις, αλλά όχι πώς να λύνεις προβλήματα, πώς να επικοινωνείς, πώς να διεκδικείς ή πώς να ανακαλύπτεις τι πραγματικά σου αρέσει. Βγαίνεις στην αγορά εργασίας και στη ζωή “διαβασμένος”, αλλά παντελώς απροετοίμαστος, για μια κοινωνία που αλλάζει με ταχύτητα φωτός, την ώρα που το ελληνικό σχολείο παραμένει κολλημένο σε δεκαετίες πίσω, με απαρχαιωμένα βιβλία, ελλιπή εξοπλισμό και παντελή έλλειψη επαγγελματικού προσανατολισμού.
Η δωρεάν παιδεία που κάνει διακρίσεις
Ο μεγαλύτερος μύθος του συντάγματος είναι αυτός της δωρεάν παιδείας.
Στην πραγματικότητα, το δημόσιο σχολείο έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά, κάνοντας το φροντιστήριο και τα ιδιαίτερα μια κρυφή αλλά υποχρεωτική συνέχεια του μαθήματος. Κάθε οικογένεια αναγκάζεται να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη και να πληρώσει έναν ολόκληρο μισθό, απλώς και μόνο για να καλύψει αυτά που το σχολείο δεν μπορεί να προσφέρει. Έτσι, δημιουργούνται μαθητές δύο ταχυτήτων. Από τη μία είναι τα παιδιά που έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν για βοήθεια, κι από την άλλη εκείνα που παλεύουν μόνα τους, με ό,τι μέσα διαθέτουν. Το σχολείο, που υποτίθεται υπάρχει για να δίνει σε όλους τις ίδιες ευκαιρίες, κάνει ακριβώς το αντίθετο: ξεχωρίζει τους μαθητές ανάλογα με την τσέπη των γονιών τους.
Ένα σύστημα που παράγει άγχος, και κόστισε ζωές
Όμως το μεγαλύτερο κόστος δεν μετριέται σε ευρώ. Μετριέται σε ψυχική υγεία και, δυστυχώς, σε ανθρώπινες ζωές. Όταν μαθαίνουμε για μαθητές που φτάνουν στο σημείο να βάλουν τέλος στη ζωή τους λυγίζοντας κάτω από την πίεση του σχολείου και των εξετάσεων, η συζήτηση παύει να είναι θεωρητική. Η φράση “Δεν θέλω να ζω άλλο έτσι”, που ακούγεται όλο και συχνότερα από στόματα εφήβων, δεν είναι απλώς μια υπερβολή της ηλικίας· είναι μια κραυγή απόγνωσης. Είναι ο φόβος της αποτυχίας που είναι δυνατότερος απο τις φιλοδοξίες τους, καθώς έτσι έχουν μάθει. Το σύστημα εκπαιδεύει τα παιδιά να φοβούνται το λάθος αντί να μαθαίνουν από αυτό. Τους διδάσκει ότι ένα “κακό” γραπτό ισούται με ολική αποτυχία και ότι αν δεν πετύχουν τον στόχο τους, δεν αξίζουν.
Πολιτικές “ανεμόμυλου” και η κουλτούρα της παραίτησης
Έτσι, αντί να κυνηγούν τα όνειρά τους με ενθουσιασμό, τα κυνηγούν με τρόμο, σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που κυριαρχείται απο πολιτικές “ανεμόμυλου”, με νομοθεσίες να αλλάζουν κάθε χρόνο και να αναιρούν η μία την άλλη, με καθηγητές που έχουν δεμένα τα χέρια τους καθώς “Έτσι έχουν τα πράγματα τι να κάνουμε τώρα.”
Αυτή η παραίτηση είναι ίσως και το πιο επικίνδυνο σύμπτωμα. Όταν ακόμα και οι άνθρωποι που καλούνται να εμπνεύσουν τους μαθητές εγκλωβίζονται σε μια ανούσια και ατελείωτη γραφειοκρατία και σηκώνουν τα χέρια ψηλά, το σύστημα παύει απλώς να είναι δυσλειτουργικό – γίνεται βαθιά απαισιόδοξο. Όλοι γνωρίζουν το πρόβλημα, όλοι βλέπουν το αδιέξοδο, αλλά το τρένο συνεχίζει να τρέχει στις ίδιες χαλασμένες ράγες, εθελοτυφλώντας στην επερχόμενη σύγκρουση που θα γίνει.
Αποτελέσματα; Burnout, ματαίωση, απώλεια κοινωνικών skills
Το αποτέλεσμα όλης αυτής της πίεσης δεν είναι απλώς η κούραση· είναι ένα βαθύ, χρόνιο ψυχολογικό burnout. Τα παιδιά στερούνται την ίδια τους την εφηβεία – τις βόλτες, τις φιλίες, τις αναζητήσεις, την ξεγνοιασιά. Μεγαλώνουν πρόωρα, όχι όμως επειδή ωριμάζουν συναισθηματικά, αλλά επειδή εξαντλούνται ψυχικά από ένα σύστημα που αρνείται συνεχώς να κοιτάξει μπροστά. Και όλα αυτά; Στο κομβικό σημείο όπου ο ανθρώπινος νους χρειάζεται την κοινωνικοποίηση και την επαφή με την πραγματικότητα περισσότερο απο κάθε άλλη στιγμή.
Την ώρα που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες το σχολείο αλλάζει, δίνει έμφαση στην πράξη, στην επικοινωνία, την τεχνολογία και στην αποφόρτιση των μαθητών, στην Ελλάδα μένουμε κολλημένοι σε νοοτροπίες του περασμένου αιώνα. Το σύστημα αρνείται να ακούσει την εποχή του και να προστατεύσει τα παιδιά του.
Κι έτσι, φτάσαμε στο σημείο η παιδεία να έχει ουσιαστικά ιδιωτικοποιηθεί. Το δημόσιο σχολείο κατέληξε να είναι απλώς ένας χώρος όπου “περνάς την ώρα σου”, ενώ η πραγματική μάθηση αγοράζεται ακριβά στα φροντιστήρια. Το πιο λυπηρό όμως είναι η αποξένωση που γεννιέται μέσα από όλο αυτό: νέοι άνθρωποι που καταλήγουν αποκομμένοι από τα θέλω τους, αποξενωμένοι από την κοινωνία και, στο τέλος, ξένοι ακόμα και με τον ίδιο τους τον εαυτό.
Και το χειρότερο; Μετά από όλα αυτά τα χρόνια θυσιών, το πραγματικό μορφωτικό επίπεδο παραμένει τραγικά χαμηλό. Μαθαίνεις να παπαγαλίζεις για να γράψεις έναν βαθμό, αλλά τελειώνεις το σχολείο χωρίς να έχεις αποκτήσει ουσιαστικές γνώσεις για τη ζωή, την κοινωνία ή τον πολιτισμό, καταλήγοντας σε καταστάσεις όπου διερωτούνται έφηβοι “Τι γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου;” και απάντηση δεν βρίσκουν, ενώ ταυτόχρονα γράφουν 18 στα μαθηματικά.
Μέσα σε αυτό το κενό, το σύστημα απαιτεί ξαφνικά από έναν δεκαεπτάχρονο να πάρει την πιο σημαντική απόφαση της ζωής του: τι θα σπουδάσει και τι θα κάνει για τα υπόλοιπα σαράντα χρόνια. Χωρίς κανέναν ουσιαστικό επαγγελματικό προσανατολισμό, χωρίς να γνωρίζει την αγορά εργασίας και -κυρίως- χωρίς να έχει προλάβει να ανακαλύψει τι πραγματικά αγαπάει. Οι έφηβοι καλούνται να διαλέξουν το μέλλον τους στα τυφλά.
Πώς να ξέρεις τι θέλεις να γίνεις, όταν το ίδιο το σχολείο δεν σου έδωσε ποτέ την ευκαιρία να μάθεις ποιος είσαι;
*Ο Παναγιώτης Ζυγούρης είναι 21 ετών, σπούδασε Δημοσιογραφία σε ΣΑΕΚ. Στα κείμενά του επιδιώκει να μεταδίδει αντικειμενικά τις ειδήσεις, εμπλουτίζοντάς τες παράλληλα με σχολιασμό της επικαιρότητας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου